κτενάς


κτενάς
Επώνυμο οικογένειας (αδελφών) αγωνιστών του 1821, από την Αθήνα (το επώνυμο αναφέρεται και ως Χτενάς). 1. Παναγής. Ονομαζόταν και Μπατζακάτσας. Με την έκρηξη της Επανάστασης στην Αττική τον Απρίλιο του 1821, κατετάγη στα επαναστατικά σώματα μαζί με τον αδελφό του, Σπύρο. Αρχικά ανέλαβε τη διοίκηση μικρού σώματος και διορίστηκε προσωρινά γενικός αρχηγός των Αθηναίων, όταν ο Ομέρ Βρυώνης εγκατέλειψε την Αττική. Φάνηκε αντάξιος του αξιώματος που του εμπιστεύθηκαν, χάρη στην ορμητικότητα και στη στρατηγική δεξιότητά του. Αρχικά επιτέθηκε κατά του Σερπεντζέ, τον οποίο φύλαγαν 60 γκέκηδες του Ομέρ Βρυώνη και κατόρθωσε να τον κυριεύσει έπειτα από έφοδο τον Νοέμβριο του 1821. Η σημασία αυτής της κατάληψης ήταν μεγάλη, γιατί στο οχυρό αυτό υπήρχε το μοναδικό πηγάδι από το οποίο μπορούσαν να υδρεύονται οι Τούρκοι που βρίσκονταν στην Ακρόπολη. Όταν έστειλαν τον Ηλία Μαυρομιχάλη να αναλάβει την αρχηγία, ο Κ. δέχτηκε πρόθυμα να τεθεί υπό τις διαταγές του. Όμως, ο Μαυρομιχάλης σκοτώθηκε στην εκστρατεία της Καρύστου και έτσι ο Κ. ανέλαβε την αρχηγία για δεύτερη φορά. Με τη βοήθεια του Χορμοβίτη και του φιλέλληνα Βουτιέ, κατόρθωσε να καταλάβει και την τελευταία πύλη των Προπυλαίων και να περιορίσει τους Τούρκους μόνο στον χώρο του βράχου της Ακρόπολης (1822). Εκεί, οι πολιορκημένοι Τούρκοι μαστίζονταν από την πείνα και τη δίψα, ώστε αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν στις 9 Ιουνίου του ίδιου έτους. Κατά τραγική ειρωνεία, ο Κ. σκοτώθηκε κατά τα επινίκια, καθώς εξερράγη ένα κανόνι, το οποίο προσπαθούσε να γεμίσει για να χαιρετήσει με κανονιοβολισμούς τη μεγάλη νίκη. 2. Σπύρος. Διαδέχθηκε στην αρχηγία τον αδελφό του, μετά τον θάνατο του τελευταίου. Εξαιτίας του βίαιου χαρακτήρα του και της απειρίας του, συγκρούστηκε με τους πρόκριτους της Αθήνας και αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
* * *
και χτενάς, ο, θηλ. -ού (Α κτενᾱς)
αυτός που κατασκευάζει υφαντικά χτένια
νεοελλ.
αυτός που πουλάει χτένια
αρχ.
αυτός που ξαίνει έρια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κτεν- (< κτεις, κτενός) + κατάλ. -ᾶς (πρβλ. αρτυματ-άς, κλειδ-άς)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κτένας — κτείς comb masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κτενάς, Κωνσταντίνος — (Αθήνα 1884 – 1935). Γεωλόγος, πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός. Υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της επιστήμης στην Ελλάδα. Σπούδασε στη σχολή φυσικών επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο πανεπιστήμιο της Λειψίας, όπου το 1907 ανακηρύχθηκε… …   Dictionary of Greek

  • Κτενάς, Χριστόφορος — (Λευκάδα 1864 – 1940). Λόγιος, αρχιμανδρίτης και συγγραφέας. Σπούδασε στην Αθωνιάδα Σχολή και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ενώ ολοκλήρωσε τη μόρφωσή του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1884 έγινε μοναχός στο Άγιον Όρος και αργότερα ανέλαβε το… …   Dictionary of Greek

  • АФОН — [Св. Гора; греч. ̀ρδβλθυοτεΑθως, ̀λδβλθυοτεΑγιον ̀ρδβλθυοτεΟρος], крупнейшее в мире средоточие правосл. монашества, расположенное в Греции на п ове Айон Орос (Св. Гора, Афонский п ов). Находится под церковной юрисдикцией К польского Патриархата.… …   Православная энциклопедия

  • Liste des membres de l'Académie d'Athènes — Liste des membres de l Académie d Athènes, l académie nationale des Sciences, Humanités et Beaux Arts de Grèce. Liste 1926 (membres fondateurs nommés dans la charte de l Académie) Dimitrios Aeginitis  …   Wikipédia en Français

  • ORNATRICES seu Cosmetae — puellae fuerunt, quae Mulieribus olim comas exornabant, de quibus Ulpian. leg. 49. ff. de leg. 3. Item mancipia alia: puellae fortassis, queis sibi comas mulieres exornant. Tertullian. de Habit. mul. Habitus feminae duplicem speciem circumfert,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ηλεκτρισμός — Γενικός όρος που υποδηλώνει όλα εκείνα τα φυσικά φαινόμενα στα οποία παίρνουν μέρος ηλεκτρικά φορτία, είτε αυτά βρίσκονται σε ηρεμία είτε σε κίνηση. Για τον σκοπό της διατύπωσης των νόμων που διέπουν τα φαινόμενα αυτά και για ευκολία μελέτης,… …   Dictionary of Greek

  • κτεις — ο (AM κτείς, ενός) θαλάσσιο οστρακόδερμο, το χτένι («ἂν δ οἷον οἱ κτένες κρεῶδες ἔχωσι τὸ πρὸς τῷ μυκτῆρι», Αριστοτ.) αρχ. 1. όργανο με το οποίο διευθετούνται, ευτρεπίζονται τα μαλλιά, χτένι 2. εξάρτημα τού αργαλειού από το οποίο διέρχονται οι… …   Dictionary of Greek

  • φαλακρός — ή, ό / φαλακρός, ά, όν, ΝΜΑ, και φαρακλός Ν αυτός που έχει φαλάκρα (α. «τόσο νέος και είναι φαλακρός» β. «φαλακρὸς τὴν κεφαλήν, τὴν δ ὄψιν ἐρρυτιδωμένος», Λουκιαν.) νεοελλ. 1. (για βράχο ή όρος) άδενδρος, γυμνός («φαλακρή πλαγιά») 2. το αρσ. ως… …   Dictionary of Greek

  • χτενάς — ο, Ν βλ. κτενάς …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.